αλώνι

[алони] ουσ. о. ток, гумно.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "αλώνι" в других словарях:

  • αλώνι — το см. άλως …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • αλώνι — Ημιορεινός οικισμός (υψόμ. 240 μ., 34 κάτ.) στην πρώην επαρχία Νικόπολης και Πάργας του νομού Πρεβέζης. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Λαύρου. * * * το (AM ἁλώνιον, Μ και ἁλώνιν) (νεοελλ. μσν.) 1. επίπεδος κυκλικός χώρος στον αγρό, όπου γίνεται το …   Dictionary of Greek

  • αλώνι — το ιού 1. ομαλός κυκλικός χώρος όπου γίνεται το αλώνισμα των δημητριακών: Στο αλώνι δουλεύαμε μικροί και μεγάλοι. 2. ο χώρος που απλώνονται για αποξήρανση καρποί (σταφίδες, σύκα): Είχαμε ακόμη τη σταφίδα στ αλώνι. 3. φωτεινός κύκλος που καμιά… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἅλωνι — ἅλων plantation fem dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αλωή — ἀλωή, η (Α) (επικός και μεταγενέστερος τύπος ἀλωά, πρβλ. αττ. τύπο ἅλως) 1. το αλώνι 2. έκταση φυτεμένη με αμπέλια, αμπελώνας 3. οποιαδήποτε καλλιεργημένη έκταση, κήπος, φυτεία 4. φωτεινός κύκλος γύρω από τον ήλιο ή το φεγγάρι, «άλως», «αλώνι» 5 …   Dictionary of Greek

  • άλογο — Λέγεται και ίππος και επιστημονικά ίππος ο ήμερος. Το ά., που είναι πολύ διαδεδομένο, είναι θηλαστικό περιττοδάχτυλο της υπόταξης των ιππομόρφων, της οικογένειας των ιππιδών. Το θηλυκό καλείται φοράδα ή φορβάς. Το σώμα του, με πολύ αρμονικές… …   Dictionary of Greek

  • αλωνίστρα — η 1. αγρός, μέσα στον οποίο βρίσκεται αλώνι 2. χώρος μέσα στο αλώνι, όπου συγκεντρώνονται τα άχυρα από το αλώνισμα 3. χώρος γύρω από το αλώνι. [ΕΤΥΜΟΛ. < αλωνίζω + παραγ. κατάλ. τρα] …   Dictionary of Greek

  • αλωνοτόπι — το το αλώνι και (γενικά) κάθε τόπος που μπορεί να γίνει αλώνι νεοελλ. στον πληθ. τα αλωνοτόπια τοποθεσία όπου υπάρχουν πολλά αλώνια. [ΕΤΥΜΟΛ. < μσν. ἁλωνοτόπιον < ἁλώνι(ον) + τόπιον, υποκορ. τού ουσ. τόπος] …   Dictionary of Greek

  • άλων — ἅλων ( ωνος), η (Α) 1. (ιδιαίτερα στις πλάγιες πτώσεις) ἅλως* αλώνι 2. (στον πληθ. το «αλώνι» τού φεγγαριού (βλ. άλως). [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. προήλθε υποχωρητικά από τη μτγν. γενική ἅλωνος τού αττικόκλιτου ουσ. ἅλως, ο (βλ. και αλωή). ΠΑΡ. ἁλώνιον. ΣΥΝΘ …   Dictionary of Greek

  • αλωνάκι — το [αλώνι] 1. μικρό αλώνι 2. μικρός επίπεδος χώρος σε κατηφοριά ή στο μέσον μιας σκάλας 3. (Λαογρ.) ονομασία διαφόρων ομαδικών παιχνιδιών …   Dictionary of Greek

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.